"Ο Θεός προσφέρει τόσο φως ώστε, όποιος θέλει, να μπορεί να πιστέψει. Eπιτρέπει δε να

υπάρχει και τόσο σκοτάδι  ώστε, όποιος δεν θέλει, να μην είναι αναγκασμένος να πιστέψει." 

Blaise Pascale

Βρίσκεστε σε αυτό το σημείο

Αρχική σελίδα > > Στα χνάρια της αλήθειας > Η ανάγκη της ενσάρκωσης του θεϊκού Λόγου
31 DEC 1970

Η ανάγκη της ενσάρκωσης του θεϊκού Λόγου

 

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή, στην λειτουργία του λόγου, είναι εκείνη που συμβαίνει όταν προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους άτομα που παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σε ότι αφορά το επίπεδο διεύρυνσης και διαμόρφωσης της συνειδήσεως τους. Πχ. Όταν ένας ενήλικας προσπαθεί να μεταδώσει κάτι σε ένα μικρό παιδί.

 

Είναι φανερό ότι, προκειμένου να υπάρξει επικοινωνία, ο ενήλικάς, είτε που θα πρέπει να βρει τον τρόπο να μεταδώσει το μήνυμα του στηριζόμενος απλά και μόνο στις εικόνες που υπάρχουν ήδη στη συνείδηση του παιδιού, είτε θα πρέπει να προσπαθήσει να εμπλουτίσει τη συνείδηση του παιδιού με νέες εικόνες.

 

 

Ερώτημα: Τι σημαίνει για το παιδί ο εμπλουτισμός της συνειδήσεως του με νέες εικόνες και τις ιδέες που απορρέουν από αυτές τις εικόνες;

 

Οι εικόνες αυτές αποτελούν ένα είδος συνειδησιακής τροφής που θρέφει και διευρύνει τον συνειδησιακό του κόσμο.

 

Κατ' αυτή την έννοια, ο λόγος, καθίσταται δημιουργός και οικοδόμος της ανθρώπινης συνειδήσεως.

 

 

Το ίδιο που συμβαίνει ανάμεσα στον ενήλικα και το παιδί του παραδείγματός μας, συμβαίνει και στην περίπτωση όπου ένας άνθρωπος που διαθέτει έναν υψηλότερο βαθμό συνειδησιακής διεύρυνσης, προσπαθεί να μεταδώσει κάτι, από τον προσωπικό του πλούτο, σε ένα άνθρωπο με φτωχότερο συνειδησιακό αποταμίευμα.

 

Ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις λαμβάνει το θέμα όταν ο ίδιος ο Θεός προσπαθεί να μεταδώσει κάτι, από τον "άπειρο" συνειδησιακό Του πλούτο, στις σχετικά φτωχές συνειδήσεις των ανθρώπων.

 

Σ' αυτή τη περίπτωση προκύπτει η ανάγκη να αντιμετωπιστεί και ένα δεύτερο και πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα:

 

Διαθέτοντας μια πολυεπίπεδη δομή, η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί να συλλαμβάνει και να αποταμιεύει ιδέες και φαινόμενα που προέρχονται και από τα τρία βασικά συνειδησιακά επίπεδα: Το χωροχρονικό, το πνευματικό και το ουράνιο.

 

Στο παράδειγμα που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον ενήλικα και το παιδί, είδαμε πόσο μεγάλες είναι οι δυσκολίες που καλείται να αντιπαλέψει ο ενήλικας, λόγω του πολύ περιορισμένου εύρους της παιδικής συνειδήσεως. Εκεί όμως είχαμε να κάνουμε με δύο συνειδήσεις που κυμαίνονται τουλάχιστον στο ίδιο συνειδησιακό πεδίο. Το πεδίο της χωροχρονικής ύπαρξης.

 

Τι συμβαίνει όμως όταν, ο Θεός, ένα Όν με πλήρως αναπτυγμένη συνείδηση σε όλα τα πεδία ύπαρξης και όλους τους τομείς συνειδήσεως, προσπαθεί να μεταδώσει ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα και καταστάσεις που επικρατούν στο καθαρά ουράνιο πεδίο ύπαρξης, σε ανθρώπινα όντα που δεν διαθέτουν παρά μόνον μια σχετικά περιορισμένη συνείδηση των καταστάσεων που επικρατούν στο χωροχρονικό πεδίο ύπαρξης;

 

Από πού θα αντλήσει ο Θεός τις συνειδησιακές εικόνες που απαιτούνται για να εκφραστεί;

 

Μπορεί να τις αντλήσει από εικόνες που υπάρχουν ήδη στον κόσμο της χωροχρονικής πραγματικότητας;

 

Ή που θα πρέπει αναγκαστικά πρώτα να τις δημιουργήσει, ώστε στη συνέχεια να μπορεί να εκφραστεί μέσα από αυτές;

 

Είναι φανερό ότι, από τη στιγμή που η συνειδησιακή υπόσταση των ανθρώπων αυτοεγκλωβίζεται σε μια αντίληψη ζωής που ορίζεται αποκλειστικά από τις συνθήκες, τις αξίες και τους στόχους του χωροχρονικού πεδίου ύπαρξης, οι ανθρώπινες κοινότητες είναι αδύνατον να παράγουν πολιτισμικά στοιχεία και εικόνες που να αντιστοιχούν στα ανώτερα συνειδησιακά επίπεδα ζωής.

 

Συνεπώς και ο Λόγος του Θεού, προερχόμενος από το ανώτατο δυνατό συνειδησιακό επίπεδο, δεν είναι δυνατόν να προσληφθεί από την ανθρώπινη συνείδηση, αν δεν προηγηθεί η μορφοποίηση (ενσάρκωση) Του στον κόσμο της χωροχρονικής πραγματικότητας!

 

Αν ο Ίδιος ο Θεός δεν είχε ενσαρκωθεί ως πρόσωπο στον κόσμο μας και δεν είχε δράσει σύμφωνα με το δικό Του συνειδησιακό επίπεδο, δεν θα ήταν δυνατόν να μας αποκαλύψει τον εαυτό Του. Κατ' επέκταση, ο άνθρωπος, ο οποίος έχει φτιαχτεί για να αποτελέσει το κατ' εικόνα και κατ' ομοίωση του Θεού, δεν θα είχε πρότυπο, προς το οποίο να μπορεί να προσανατολίζει τους συνειδησιακούς του στόχους και την πνευματική αναβάθμισή του.

 

Συνεπώς, όσα εξιστορούνται στα βιβλία της καινής διαθήκης και ιδιαίτερα στα ευαγγελικά κείμενα, αποτελούν νοηματικές εικόνες μέσω των οποίων, ο ίδιος ο Θεός, αποκάλυψε τον εαυτό Του και κατ' επέκταση τις αξίες προς τις οποίες θα έπρεπε να τείνει η ανθρώπινη θέληση, ώστε ο άνθρωπος, αν το επιθυμεί, να μπορεί να ανελιχθεί σε μια ισόθεα οντότητα.


Γι' αυτό και ο Ιησούς λέει:

Εγώ είμαι ο δρόμος, και η αλήθεια, και η ζωή•
κανένας δεν έρχεται στον Πατέρα, παρά μόνον διαμέσου εμού•
αν γνωρίζατε εμένα, θα γνωρίζατε και τον Πατέρα μου•
και από τώρα τον γνωρίζετε, και τον είδατε
.

(Ιωάν. 14:6-7)

Αυτό σημαίνει ότι, ο Λόγος του Θεού, όπως εκφράστηκε από την βιωτή και τα λόγια του Ιησού, εκφράζει την Αλήθεια για το ποια είναι η πραγματική φύση του ανθρώπου και το πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να την προσεγγίσει, αν το επιθυμεί.

 

Εδώ όμως υπάρχει ένα σημείο που θα πρέπει να προσεγγιστεί με ιδιαίτερη προσοχή. Όπως ειπώθηκε σε προηγούμενο άρθρο, ο λόγος δεν συνιστά αυτή καθεαυτή την αλήθεια, αλλά αποτελεί μια συμβολική αντιστοιχία - των ιδεών, συναισθημάτων κ.λ.π. που επιδιώκει κανείς να εκφράσει.

 

Για τον άνθρωπο που έχει συνηθίσει να κινείται απλά και μόνο στην σφαίρα της χωροχρονικής πραγματικότητας μπορεί, στην αρχή, να είναι κάπως άβολο ή και ακατόρθωτο ακόμη, να αντιληφθεί το νόημα (την αλήθεια) που κρύβεται πίσω από την εικόνα. Γι' αυτό και θα πρέπει κανείς να προχωρά με μεγάλη προσοχή, παραμένοντας πάντοτε ανοιχτός σε όλο και βαθύτερες συνειδητοποιήσεις, ώστε να μην παγιδευτεί σε κατώτερα επίπεδα συνειδήσεως.

 

Όπως ο καρπός ενός δέντρου οφείλει να διέλθει μέσα από πολλές διαδικασίες, κάτω από τις συνθήκες που αντιστοιχούν στην ιδιομορφία της φύσης του, έτσι και η ανθρώπινη συνείδηση ωριμάζει σταδιακά, καθώς ο άνθρωπος διέρχεται μέσα από καταστάσεις που απαιτούν την συλλογική ενεργοποίηση όλων των πνευματικών του δυνάμεων.

 

 

Καμιά φορά, ο άνθρωπος, νοιώθει να αναδύεται από μέσα του η εξής ένσταση:

Όλα αυτά είναι καλά και ωραία και θα ήταν μάλλον δύσκολο να καταρρίψει κανείς την ορθότητα των συμπερασμάτων. Όμως, για ποιο λόγο θα έπρεπε τελικά κανείς να ενδιαφερθεί για τον Λόγο του Θεού;

 

Στην καθημερινότητα μας έχουμε να αντιμετωπίσουμε τόσα πολλά και δύσκολα προβλήματα που απαιτούν όλη την προσοχή, τον χρόνο και τις δυνάμεις μας. Για ποιον λόγο να προσθέσουμε στη ζωή μας κι άλλες σκοτούρες; Σε τι θα μας βοηθήσει τελικά η μελέτη και ακόμη περισσότερο, η εφαρμογή του θεϊκού Λόγου;

 

Αυτό είναι ένα σημαντικό και από τη σκοπιά του συνηθισμένου ανθρώπου, πολύ δικαιολογημένο ερώτημα. Και τελικά είναι ένα ερώτημα που θα πρέπει καθένας να απαντήσει μόνος του προς τον εαυτό του.

 

 

Προσωπικά καταλήγω στο εξής συμπέρασμα:

Στη συνηθισμένη περίπτωση, ο άνθρωπος, περνά τα πρώτα έξη χρόνια της ζωής του παίζοντας αμέριμνα με τα παιχνίδια που έτυχε να του προσφερθούν. Το να παρατήσει ξαφνικά τα αγαπημένα του παιχνίδια και να πάει ως μαθητής στο σχολείο, σίγουρα δεν αποτελεί προσωπική επιλογή του. Είναι κάτι προς το οποίο τον ωθούν οι γονείς του. Είτε με το καλό είτε με την βία.

 

Γιατί το κάνει αυτό ο γονιός; Διότι, σαν ενήλικας, γνωρίζει ότι, καθώς περνούν τα χρόνια, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου διαφοροποιείται. Γνωρίζει ότι το μικρό παιδί, το οποίο σήμερα μπορεί να είναι ευτυχισμένο με τα παιχνίδια του, σε λίγα χρόνια θα αναπτύξει εντελώς διαφορετικές τάσεις, η αντιμετώπιση των οποίων προϋποθέτει ορισμένες φυσικές και ψυχικές ικανότητες. Γι' αυτό και προσπαθεί να ωθήσει το παιδί προς μια όσο το δυνατόν καλύτερη κατάκτηση αυτών των ικανοτήτων.

 

Ότι είναι για το μικρό παιδί το σχολείο, είναι, κατ' αντιστοιχία, για τον εσωτερικό εαυτό του ανθρώπου, η μελέτη και εφαρμογή του θεϊκού Λόγου. Κατά βάση, ο άνθρωπος είναι ένα πνεύμα που δημιουργήθηκε κατ εικόνα και κατ ομοίωση του Θεού και Δημιουργού του. Μετά το πέρας της σύντομης ενσωμάτωσης του στο χωροχρονικό περιβάλλον θα κλιθεί να ζήσει και να δράσει σε ένα καθαρά πνευματικό περιβάλλον, σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν εκεί. Το ζήτημα λοιπόν είναι: πως και υπό ποιους όρους θα μπορέσει να επιβιώσει σε ένα άγνωστο περιβάλλον για το οποίο είναι παντελώς απροετοίμαστος;

 

Αν ένας άνθρωπος διένυε τα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του παίζοντας απλά και μόνο με τα παιχνίδια της βρεφικής ηλικίας, πως θα μπορούσε να σταθεί επάξια απέναντι στις απαιτήσεις που θέτει η ζωή σε έναν ενήλικα; Πως θα μπορούσε ποτέ να γίνει ένας ευτυχισμένος και επιτυχής ενήλικας; Νομίζω ότι το απλοϊκό αυτό παράδειγμα μιλάει από μόνο του. Γι' αυτό ας συνεχίσουμε τη μελέτη μας.

 

Στη συνέχεια της παρούσας ενότητας "γνώθι σεαυτόν" θα γίνει μια όσο το δυνατό καλύτερη προσπάθεια να παρουσιαστεί η δομή της ανθρώπινης φύσης και των πνευματικών δυνάμεών της. Όσον αφορά δε την ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων, θα γίνεται αναφορά στα αντίστοιχα βιβλικά κείμενα. Πριν από αυτό όμως, είναι αναγκαίο, να γίνει μια σύντομη παρουσίαση του πλαισίου μέσα στο οποίο καλείται ο άνθρωπος να δράσει και να αναπτυχθεί.

 


Σύνδεση με το επόμενο άρθρο: Η δημιουργία του ανθρώπου από τη σκοπιά του Δημιουργού


 


Λήψη αρχείου: Η ανάγκη της ενσάρκωσης του θεϊκού Λόγου
Εύρεση Βοηθητικών Όρων